Φώτα και Σκιές στη Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων

Η Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων σε συνεργασία με την Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου φιλοξενεί από τις 6-27 Ιουνίου 2003 έκθεση με τίτλο: “Φώτα και Σκιές”- Πανόραμα Ελληνικής Χαρακτικής.
Η έκθεση περιλαμβάνει εβδομήντα ξυλογραφίες, χαλκογραφίες και λιθογραφίες που προέρχονται και από τις συλλογές χαρακτικών της Εθνικής Πινακοθήκης και της Δημοτικής Πινακοθήκης Χανίων, οι οποίες αξιοποιούνται θεματικά για πρώτη φορά.

Θέμα της πρώτης αυτής εικαστικής εκδήλωσης της νέας περιόδου λειτουργίας της Δημοτικής Πινακοθήκης Χανίων είναι η παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν αντιπροσωπευτικότερης εικόνας των εποχών και ρευμάτων που διατρέχουν την ελληνική χαρακτική τόσο ως αναπαραγωγικής -αναγκαίας για τις εικονογραφικές ανάγκες του εφήμερου και περιοδικού τύπου- όσο και ως καλλιτεχνικής, πρωτότυπης δημιουργίας που διεκδικεί μια ξεχωριστή θέση στο εικαστικό στερέωμα της Ελλάδας. Καλύπτει την περίοδο από τα μέσα του 18ου αιώνα με τις σπανιότατες αγιορείτικες “χάρτινες εικόνες”, έξοχο δείγμα λαϊκής θρησκευτικότητας, και φθάνει ως τις ημέρες μας, με καλλιτέχνες χαράκτες, εξειδικευμένους μέσα από τα εργαστήρια της Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας και του εξωτερικού.

Θα παρουσιαστούν μεταξύ άλλων έργα των Μ. Ζαβιτσιάνου, Λ. Κογεβίνα, Δ. Γαλάνη, Α. Θεοδωρόπουλου, Γ. Κεφαλληνού, Ε. Παπαδημητριού, Γ. Οικονομίδη, Δ. Γιαννουκάκη, Β. Κατράκη, Α.Τάσσου, Τ. Κάνθου, Ν. Βεντούρα, Ε. Παπαδημητριού αλλά και Τσαρούχη, Μόραλη, Σικελιώτη, Π. Τέτση, Γ. Λακερίδου, Σ. Καραβούζη, Β. Χάρου, Μ. Χάρου, Β. Σπεράντζα, Σ. Βουτσαδάκη, Γ. Γεροντάκη, Ευτ. Παλλήκαρη, Δ. Μυταρά, Τ. Νικολαϊδου, Γ. Στεφανάκη, Γ. Μπουτέα, Γ. Ψυχοπαίδη, κ. ά.

Η χαρακτική, όπως και η ζωγραφική, είναι τέχνες που έχουν ως κοινή αφετηρία το σχέδιο. Αυτό που τη διαφοροποιεί όμως είναι το ότι οι γραμμές χαράσσονται σε ξύλινες, χάλκινες, ή σχεδιάζονται σε πέτρινες πλάκες από τους καλλιτέχνες. Οι πλάκες αυτές στη συνέχεια μελανώνονται και μεταφέρονται τυπωμένες σε χαρτί σε πολλαπλά αντίτυπα. Όλα τα αντίτυπα που έχουν προέλθει ως αποτέλεσμα της συγκεκριμένης διαδικασίας είναι πρωτότυπα έργα τέχνης, φέρουν την υπογραφή του καλλιτέχνη και τον αριθμό αντιτύπου, που εκφράζεται στο περιθώριο του έργου με ένα κλάσμα (π. χ. 3/40, είναι δηλαδή το τρίτο από μια σειρά σαράντα αντιτύπων), σε αντίθεση με τα τυπώματα που έχουν προέλθει από φωτοχημικές ή αναπαραγωγικές τεχνικές, στις οποίες δεν έχει συμμετάσχει ο ίδιος ο χαράκτης και είναι ευτελούς αξίας.
Η πρωτότυπη χαρακτική προσδιορίζεται επομένως από τη δυνατότητα αναπαραγωγής χωρίς απώλειες από την αρχική καλλιτεχνική ιδέα ενός συγκεκριμένου αριθμού αντιτύπων. Προσδιορίζεται επίσης και από το χαμηλό κόστος παραγωγής, πράγμα που την κάνει προσιτή στο ευρύ κοινό, αν βέβαια και η θεματολογία είναι “ευπρόσδεκτη”. Κυρίως όμως την διακρίνει η ευελιξία στη διατύπωση μιας ιδέας, ενώ ειδικά η ξυλογραφία προσφέρεται για απόδοση μιας τραχύτητας και αμεσότητας σε ένα υλικό τραχύ από τη φύση του. Η χαλκογραφία που χαράσσεται με βελόνες ή λεπτά κοπίδια προσφέρεται για εικόνες που απαιτούν μεγαλύτερη πλαστικότητα και φωτοσκιάσεις, για σχετικά μεγάλο αριθμό αντιτύπων και η νεότερη (από το 1798) λιθογραφία, για ακόμα μεγαλύτερο αριθμό αντιτύπων με τέλεια ζωγραφική απόδοση. Η ξυλογραφία είναι υψιτυπία (μένει άσπρη η χάραξη και μαύρο το επίπεδο της πλάκας), η χαλκογραφία βαθυτυπία (μένει άσπρο το επίπεδο της πλάκας και τυπώνεται μαύρη η χαραγμένη γραμμή) και η λιθογραφία επιπεδοτυπία (η πλάκα ζωγραφίζεται με λιπαρά παστέλ και τυπώνεται ύστερα από επέμβαση με οξέα). Όλα τα τυπώματα βγαίνουν σε αντίθετη πλευρά από την χαραγμένη πλάκα, όπως και οι σφραγίδες που όλοι γνωρίζουμε.
Η συλλογή χαρακτικών της Εθνικής Πινακοθήκης-Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου είναι η μεγαλύτερη και σημαντικότερη στην Ελλάδα. Περιέχει σπανιότατα φύλλα των πρώτων αιώνων που πρωτοεμφανίστηκε η τέχνη της χαρακτικής στη Δυτική Ευρώπη. Το ελληνικό τμήμα της καλύπτει την περίοδο από τα μέσα του 18ου αιώνα, με τις αγιορείτικες “χάρτινες εικόνες” και τις χάλκινες πλάκες τους -έξοχο δείγμα λαϊκής θρησκευτικότητας- και φτάνει ως τις μέρες μας με καλλιτέχνες χαράκτες, εξειδικευμένους στα εργαστήρια της Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας και του εξωτερικού και εμπλουτίζεται διαρκώς με έργα νέων χαρακτών που εργάζονται με τις νέες τεχνολογίες (Computer Art).
Η συλλογή χαρακτικών της Δημοτικής Πινακοθήκη Χανίων υπερηφανεύεται να έχει στην κατοχή της έργα που προήλθαν από αγορές κυρίως της δεκαετίας ’60 και ’70. Ανάμεσα σε αυτά ξυλογραφίες της Σταυρούλας Βουτσαδάκη, χαράξεις του Γ. Γεροντάκη -με πολύτιμες εικόνες από τα Χανιά που δεν υπάρχουν πια- χαλκογραφίες του Γαλάνη, και χαρακτικά του Κυπρίου Κάνθου, του Α. Τάσσου, της Κατράκη και του Παλλήκαρη, καθώς και μια λιθογραφία του Δημήτρη Μυταρά.

Διατρέχοντας τις περιόδους της νεοελληνικής χαρακτικής διαπιστώνει κανείς μια συγκεκριμένη πορεία, που ενώ ξεκινά συντηρητικά και αρκετά προσκολλημένη στην αναπαραγωγική λειτουργία της τυπογραφίας, εκπλήσσει στη συνέχεια με την ταχύτητα με την οποία κατακτά τα νέα θέματα, μέσα στα οποία εντάσσονται μια απροκάλυπτη κοινωνική κριτική, και οι νέες, βελτιωμένες τεχνικές. Το τοπίο, οι νεκρές φύσεις, η παράσταση του ανδρικού και γυναικείου σώματος, θέματα από την Κατοχή και τον Πόλεμο εντάσσονται γρήγορα στις νέες υποστασιοποιημένες εμπειρίες. Η συμπαγής εικόνα του χαρακτικού αποτελεί πρόκληση για όλο και περισσότερους δημιουργούς. Το παιχνίδι του άσπρου-μαύρου προσφέρεται για μια νέα αντίληψη φωτός-σκιάς, όπου το περίγραμμα ορίζεται από την αποκάλυψη του άσπρου χαρτιού (το φως), οι όγκοι διαγράφονται με πολλές χαράξεις, ενώ αποφεύγεται επίμονα η απόδοση της τρίτης διάστασης και το χαρακτικό μένει έτσι προσκολλημένο στην επιφάνεια του τυπωμένου χαρτιού.
Ανάμεσα στους σημαντικότερους έλληνες χαράκτες που με την τεχνική αρτιότητα αλλά και πρωτοτυπία της σκέψης τους κυριαρχούν στην τέχνη της χαρακτικής είναι οι Κερκυραίοι Μάρκος Ζαβιτσιάνος (1884-1923) και Λυκούργος Κογεβίνας (1887-1940), που φιλοτέχνησε πρώτος μεγάλο αριθμό έγχρωμων οξυγραφιών. Διεθνούς και όχι μόνο ελληνικής αναγνώρισης έτυχαν οι χαράκτες Δημήτριος Γαλάνης (1879-1966), Άγγελος Θεοδωρόπουλος (1883-1965), Εύθυμης Παπαδημητρίου (1895-1958) και Δημήτρης Γιαννουκάκης (1898-1991). Δάσκαλος όμως των προπολεμικών αλλά και περισσότερων μεταπολεμικών χαρακτών, όπως του Μόσχου (1906-1990), του Α. Τάσσου (1914-1985), της Κατράκη (1914-1988), του Γραμματόπουλου (1916) και του Βαρλάμου (1922) ήταν ο μεγάλος πνευματικός καλλιτέχνης και τεχνίτης Γιάννης Κεφαλληνός (1894-1957).
Ο Κεφαλληνός που δίδαξε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών από το 1932 ως το θάνατο του, συμπαρέσυρε έστω και προσωρινά προς τη χαρακτική με τον τρόπο διδασκαλίας και το άρτια εξοπλισμένο εργαστήριο του πολλούς από τους πιο ταλαντούχους ζωγράφους της Σχολής, όπως για παράδειγμα τον Γιάννη Μόραλη (1916). Η ομάδα “Ελεύθεροι Καλλιτέχνες” (1939-40) που ανέδειξε μαθητές του, περιέλαβε εκτός από νέους ζωγράφους και χαράκτες που έκαναν τότε τα πρώτα βήματα τους, μεταξύ άλλων τον Γιώργο Μόσχο και τον Δημήτρη Γιαννουκάκη, ενώ συμμετείχε τιμητικά και ο “παρισινός” Δημήτρης Γαλάνης. Η έκθεση σταθμός όμως ήταν η “Α’ Πανελλήνιος Έκθεσις Πρωτοτύπου Χαρακτικής” το 1938 που διοργανώθηκε από τους Παπαδημητρίου, Γιαννουκάκη και Βελισσαρίδη (1909-1994) γιατί ήταν η πρώτη φορά που επετεύχθη η παρουσίαση μιας πλήρους εικόνας των δυνατοτήτων που παρέχει η χαρακτική. Ο κατάλογος μάλιστα προλογίζονταν από τον λογοτέχνη και κριτικό τέχνης Παντελή Πρεβελάκη και έγινε σημείο αναφοράς για το πνευματικό περιεχόμενο της νέας σχετικά τέχνης. Η έκθεση έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής από τα έντυπα της εποχής. Από την εποχή αυτή η χαρακτική διεκδικεί ισάξια αναγνώριση με τη ζωγραφική, έχοντας ξεφύγει πια από τα στενά δεσμά του εμπορικά μόνο αξιοποιήσιμου χειρωνακτικού προϊόντος.

Οι νέες γενιές χαρακτών προέρχονται κυρίως από το εργαστήρι του Θανάση Εξαρχόπουλου (1927) που δίδαξε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών από το 1982-1994. Καθοριστικής σημασίας ήταν η ελευθερία για πειραματισμούς και για καλλιέργεια του προσωπικού αισθητηρίου των νέων δημιουργών. Τα θέματα των σύγχρονων καλλιτεχνών που δεν μπορούν να έχουν πια ενιαίο ύφος και τεχνική, αποπνέουν την προσωπική βούληση για έρευνα που εκφράζεται συχνά με αντισυμβατικούς τρόπους. Η αφαίρεση μέσα από τη γραμμικότητα, η χρήση όλων των παλαιότερων και νεότερων υφολογικών αναζητήσεων της δυτικοευρωπαϊκής και αμερικάνικης χαρακτικής, αλλά κυρίως η υποχρεωτική δέσμευση του τυπώματος στην επιφάνεια του χαρτιού που είναι και ο μεγαλύτερος φραγμός στις επιλογές ενός χαράκτη, αποδεικνύονται τελικά ως τα σημαντικότερα εργαλεία για τον προσδιορισμό του σύγχρονου χαρακτικού. Στη χώρα μας η χαρακτική, όπως και η τέχνη του βιβλίου, της λιθογραφίας και της διαφήμισης -της νεότερης κόρης της χαρακτικής- είναι υψηλού επιπέδου. Οι νέοι δημιουργοί έχουν βρει πια τα στηρίγματα τους, όντας πιο τυχεροί από τους αποκομμένους από εξωτερικές επιδράσεις σπουδαστές πριν από μερικές δεκαετίες. Ο καθένας από τους χαράκτες που παρουσιάζονται στην έκθεση αυτή έχει να διηγηθεί τη δική του ιστορία στην πορεία για την κατάκτηση ενός πνευματικού αριστείου. Μια κατάκτηση που πέρασε μέσα από γενναία προσπάθεια και μεγάλη αυτοκριτική, γιατί η “κουζίνα” της χαρακτικής χρειάζεται πολλά προαπαιτούμενα, που δεν είναι μόνο εικαστικά. Ο σημαντικός χαράκτης του γερμανικού εξπρεσιονισμού Ludwig Kirchner, σημείωνε λίγα χρόνια πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο: “Μια επιτυχημένη ξυλογραφία είναι τόσο σημαντική, όσο και ένας πίνακας”. Η αποδοχή αυτή ας τροφοδοτήσει και εμάς τους νεότερους να εκτιμήσουμε μέσα από αυτή την σημαντική -όπως πιστεύουμε – έκθεση τη χαρακτική με νέα, δημιουργική ματιά σε μια εποχή η οποία κατακλύζεται από τόσα πολλά κακέκτυπα όσο και ψευδεπίγραφα αντίγραφα.

Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη, Επιμελήτρια Εθνικής Πινακοθήκης

Ακολουθήστε μας στα κοινωνικά δίκτυα

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας στον ιστότοπο ipress.gr. Σε αυτά περιλαμβάνονται cookies απαραίτητα για τις βασικές λειτουργίες του δικτυακού μας τόπου. Συμφωνώντας με την χρήση cookies αποδέχεστε την πολιτική χρήσης των δεδομένων σας.